00101010

My blog on life the universe and everything…

A.T Παλαιου Φαλήρου, Σεπτέμβριος 2013

Χθες διάβασα αυτό και απόφασισα να πω μια ιστορία που έζησα πριν μερικους μήνες οταν βρισκόμουν στην Αθήνα. Οι δυο ιστοριες δεν εχουν την ιδια βαρύτητά και σοβαροτητα (κι ευτυχώς), αλλα θα ηθελα να την εξιστορήσω γιατι αυτο το κειμενο μου ξαναθυμησε εκεινη την μερα. Θα παραθέσω τα γεγονότα όσο καλύτερα τα θυμάμαι.

Ηταν αρχές Σεπτέμβρη και προσπαθούσα να ανανεώσω το διαβατήριο μου στο Α.Τ Παλαίου Φαλήρου. Έχω παει λοιπόν με την Ε. στο τμήμα για να καταθέσουμε κατι παράβολα και έγγραφα και να κάνουμε τις αιτήσεις για νέα διαβατήρια. Μπαίνουμε στο γραφείο διαβατηρίων, κι ο υπάλληλος μας ενημερώνει ότι το σύστημα έχει πέσει και δεν μπορούν να κάνουν άλλες αιτήσεις εκεινή την μέρα κι ότι πρεπει να ξαναπάμε κάποια άλλη μέρα. Τέλος πάντων, προχωράμε προς την έξοδο του τμήματος, όταν ξαφνικά κι ενώ είμαστε στον διάδρομο ακούμε κάτι φωνές. Ακούγεται σαν να κάποιος να κλαίει και να παρακαλάει για κάτι, αλλά το τι ακριβώς λέει δεν μας είναι ξεκάθαρο. Η πρώτη σκέψη που μου’ρχεται στο μυαλό είναι οτι χτυπάνε κάποιον μετανάστη άλλα δεν έχω ακόμα οπτική επαφή για να είμαι σίγουρος. Συνεχίζουμε προς την έξοδο και το κλάμα κι οι φωνές όλο και δυναμώνουν. Ξαφνικά βγαίνοντας στον εισόγειο χώρο του Α.Τ και μερικά βήματα πρίν την έξοδο, βλέπουμε έναν άνθρωπο πίσω απο μια σιδερένια πόρτα με ένα μικρό καγκελωτό άνοιγμα να κλαίει και να παρακαλάει να τον αφήσουν ελεύθερο. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και μια νέα γυναίκα αστυνομικός. Σε σπαστά ελληνικά και μέσα από λυγμούς ο φυλακισμένος λέει κάτι για “τεσσερις μήνες” και  “εχω χαρτιά, χαρτια είναι εντάξει”. Σε αυτό το σημείο γίνεται ξεκάθαρο οτι τον έχουν μαζέψει για να ελέγξουν τα έγγραφα παραμονής του στην χώρα, ενώ αυτός τους λέει οτι τα χαρτιά του ειναι έγκυρα ακόμα για κάποιους μήνες. Σταμάταμε ταραγμένοι μεσα στο τμήμα και κοιτάμε αποσβολωμένοι αυτόν τον άνθρωπο, που πρέπει να ειναι γύρω στα 25-30 (και πολλά μπορεί να λέω),  να παρακαλάει την αστυνομικό να τον αφήσει ελέυθερο. Το κελί είναι τόσο σκοτεινό που με δυσκολία διακρίνεις το κλαμένο πρόσωπο του ανθρώπου εκει μεσα. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας δεύτερος μεγαλόσωμος αστυνομικός, ο οποίος έρχεται τρέχοντας προς το κελί σταματάει μπροστά στο πόρτακι της σιδερένιας πόρτας, κι αρχίζει να του φωνάζει “Σκάσε! Σκάσε! Σκάσε!”, ο άλλος κλαίει ακομα περισσότερο με τις φωνες, “Σκάσε μη σου κλείσω κι αυτο το πορτάκι και σ’αφησω στο σκοτάδι, μ’ακους, μ’ακους που σου μιλάω!”.  Ο άλλος συνεχίζει να παρακαλάει να τον αφήσουν ελεύθερο “δεν εχω κάνει τίποτα, χαρτιά εντάξει, σας παρακάλω” και ο μπάτσος του κλεινει το πόρτακι στο πρόσωπο. Καπου εκει, ξεμπλοκάρουμε κι αρχιζουμε να διαμαρτυρόμαστε, λεμε κατι για την ζέστη κι οτι εκει μέσα θα γίνει αφόρήτη, και ζητάμε να τον αφήσουν τουλάχιστον να παίρνει λιγο αέρα από το άνοιγμα αυτό. Τελικά ο φουσκωτός, ανοιγεί και πάλι το πορτάκι και φεύγει χωρίς να πει τίποτα άλλο.

Η αστυνομικος με πιο ηρεμη φωνη του λεει να ηρεμήσει και σε λιγες ωρες θα είναι έξω. Γυρίζω και την ρωτάω ‘τι ειναι αυτά, τι κατάσταση ειναι αυτή?” και μου λέει οτι ειναι διαδικαστικό και σε λιγο περιμένουν την επιβεβαίωση για τα χαρτιά του για να τον αφήσουν ελέυθερο. Ο άλλος αστυνομικός έχει απομακρυνθεί και ενω μιλάω στην αστυνομικό ρίχνω μια ματιά προς το κελί και βλέπω τον άνθρωπο πισω απο την πόρτα να μου κάνει νόημα για τσιγάρο. Την ρωτάω αν μπορώ να του δώσω τουλάχιστον ένα τσιγάρο, μου λέει ‘δώστου’, βγάζω τον καπνό κι αρχίζω να στρίβω. Του πάω το τσιγάρο στο καγκελωτό άνοιγμα της πόρτας του δίνω κι αναπτήρα να το ανάψει και τον ρωτάω το ονομα του. Μου το λέει κλαίγοντας άλλα δεν το συγκρατώ. Συνεχίζει να μιλάει στην αστυνομικό και να της λεει οτι τον έχουν εκεί από τις 10 (η ώρα ειναι πλέον 2 το μεσημέρι) κι ότι ολο του λένε οτι ειναι τυπικό το θέμα αλλά τον έχουν εκεί τόσες ώρες. Προσπαθώ να κρατήσω την ψυχραιμία μου και προς το παρών έχω αποφασίσει να μην φύγω μέχρι να δω τι θα γίνει. Λεω στην αστυνομικό πως ανεξάρτητα της υπόθεσης οι συνθήκες κράτησης ειναι απαράδεκτες κι απάνθρωπες και ψελλίζω κατι για ανθρώπινα δικαίωματα. Η αστυνομικός γυρνάει και μου λέει “Ναι κι εμένα με πονάει που τον βλέπω αλλά τι να κάνουμε, σε λίγο θα είναι έξω. Εξάλλου αυτος μια χαρά ειναι εδω, που να δεις τι γίνεται κάτω”. Νιωθω το αίμα να ανεβάινει στο κεφάλι μου και της λέω “ειναι τωρα αυτό επιχείρημα?” άλλα πριν τελειώσω την φράση μου μου λεει -ευγενικότατα πάντα- “αν δεν σας αρέσει να δώσετε λεφτά στην αστυνομία να φτιάξουμε καλύτερες υποδομές κράτησης”. Πραγματικά εκεί έχω μεινει μαλάκας, παω να γελάσω άλλα δεν μου βγαίνει, παω να της απαντήσω αλλά φοβαμαι οτι θα μου φύγει καμιά χριστοπαναγία, τελικά βγαίνουμε με την Ε. έξω για να πάρουμε λίγο αέρα. Δεν ξέρω αν έχει νόημα να κάτσουμε κι άλλο ή οχι, αν μπορεί να αλλάξει κάτι η παρουσία μας εκει. Βγαίνουμε έξω και ξαφνικά, κυριολεκτικά χωρις να το περιμένω με πιάνουν τα κλάματα. Σε αυτή τη κατάσταση, αντι να φύγουμε καθόμαστε έξω απο το τμήμα για ένα τσιγάρο προσπαθώντας να ηρεμήσουμε. Πέντε λεπτά μετά θυμάμαι οτι δίπλα υπάρχει ενα περίπτερο. Σκέφτομαι να του πάμε κατι να φάει και να πιεί γιατι ποιος ξέρει ποση ωρα ακόμα θα τον έχουν μέσα. Κανω να ξαναπάω μέσα στο τμήμα να ρωτήσω αν μπορούμε να του φέρουμε κάτι να φάει. Βλέπω ομως οτι τώρα είναι έξω από το κελί και μέσα στο γραφείο της αστυνομικού. Παραμένω έξω κοιταζοντας προς τα μέσα και περιμένω να δω τι θα γίνει. Δυο λεπτά αργότερα βγαίνει από το αστυνομικό τμήμα κλαίγοντας κι έρχεται προς τα εμας που μας βλεπει να τον περιμένουμε. Προσπαθούμε να τον ηρεμήσουμε αλλά δεν μπορεί να σταματήσει να κλαίει. Τον ρωτάω αν είναι όλα εντάξει, αν πήρε τα χαρτιά του πίσω, αν χρειάζεται κατι, αυτός δυσκολεύεται να μιλήσει ψελλίζει μονο ‘ναι, ναι, σας ευχαριστω, ευχαριστω πολύ’. Στο ένα του χέρι κρατάει στραβωμένο το μισοτελειωμένο τσιγάρο που του είχα δώσει. Το ξανα-αναβει και προχωράμε μακρια από το αστυνομικό τμήμα ενω σιγα σιγα αρχίζει να ηρεμεί. Δεν ξέρω αν εχει ή οχι λεφτά πανω του, οπότε σταματάω στο περίπτερο και παιρνουμε κατι να φαει κατι να πιει κι ενα πακέτο τσιγάρα. Εν τω μεταξύ λεει στην Ε. οτι ειναι κηπουρός, κι οτι περίμενε την γιαγια του να έρθει να τον πάρει απο κάποια δουλειά κι εκει τον είδαν οι αστυνομικοί και τον έφεραν στο τμήμα από τις 10 το πρωί. Έχει πλέον ηρεμήσει λίγο, μας λεει συνεχεια ευχαριστω,δεν εχω τι να του πω, του λεω μονο οτι δεν καναμε τιποτα πραγματικα, απλα να προσέχει και να είναι καλά.  Και κάπου εκει χωρισαν οι δρόμοι μας.

Προσωπικά δεν είχα ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Έχω ακουσει ιστορίες απο φίλους και συγγενεις που δουλευουν με μετανάστες και βλέπουν αντιστοιχες και ακομα χειρότερες περιπτώσεις πολύ συχνά, έχω διαβάσει αρκετά για τις συνθηκες κράτησης και κακομεταχείρησης μεταναστών και μή σε αστυνομικά τμήματα και κέντρα κράτησης, άλλα άλλο να το βλέπεις κι άλλο να στο λένε. Και σιγουρα δεν ηταν απ’τις χειροτερες περιπτωσεις. Αλλα και μονο η εικονα ενος ανθρωπου να κλαιει μεσα σε ενα σκοτεινο κελι και να παρακαλει για την ελευθερία του, ηταν για μενα αρκετη.

Ακόμα μέχρι σήμερα μετανιώνω γι’αυτά που δεν είπα και γι’αυτα που δεν έκανα εκείνη την μέρα. Όμως, ισως εκείνος, για αυτη την μισή ωρα που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας, να ένιωσε λιγο λιγότερο μόνος σ’αυτην την κωλοχώρα.

ξεφόρτωσε εδω

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: